Τα Resident Evil τα τελευταία 30 χρόνια εξελίσσονται αναπόδραστα και αντισυμβατικά, όπως μεταλλάσσει και το γενετικό υλικό των απέθαντων ο T-Virus: όταν δένει η “χημεία” (παράλληλα σενάρια στον ίδιο χρόνο, μετάβαση από σταθερή ισομετρική κάμερα σε τρίτο πρόσωπο και μετέπειτα σε πρώτο), το αποτέλεσμα δεν δικαιώνει μόνο αλλά επαναδιαμορφώνει παράλληλα και το είδος των horror games – όταν το μείγμα χαλάσει, έχουμε τερατογέννεση (ναι, για εσένα λέμε Operation Racoon City).
Tα τελευταία main cannon παιχνίδια της σειράς ήταν επιτυχημένα γιατί παρά την μετάβαση στο πρώτο προσώπο παρέμειναν κλασσικά Resident Evil. Στις ελώδεις εκτάσεις της Λουϊζιάνα και το αγροτόσπιτο των Baker, η αίσθηση της εξερεύνησης ήταν ταυτόσημη με την αντίστοιχη της αρχικής έπαυλης, ενώ η δράση στα χιονισμένα βουνά της Ρουμανίας σε συνδυασμό με την θεατρικότητα των μεταφυσικών τεράτων και της πληθωρικής Demetrescu, θύμιζαν έντονα τις action καταβολές του Resident Evil 4.

Το Requiem είναι λίγο από όλα και για αυτόν τον λόγο σας δίνει και τον απόλυτο έλεγχο στο να το παίξετε με όποιον τρόπο εσείς επιθυμείτε – η σύσταση για παιχνίδι πρώτου προσώπου στην Grace και τρίτου προσώπου στον Leon είναι απλά αυτό: σύσταση. Παράλληλα και ενώ υπάρχει ένα εντελώς πρωτότυπο σενάριο που πατάει στο μύθο μέχρι τώρα, δεν λείπουν και οι αναφορές στην ιστορικότητα της σειράς, όπως π.χ. το ξεχωριστό interface ανάλογα τον ήρωα που χειρίζεστε για να θυμίζει π.χ. το αντίστοιχο του RE4 όταν χειρίζεστε τον Leon ή το RE7 όταν παίζετε με την Grace ή το Red Gem item που παραπέμπει στον εμβληματικό γρίφο του Police Station της Racoon City.

To Requiem διαδραματίζεται τριάντα χρόνια μετά τα πεπραγμένα του Resident Evil 3: Nemesis που άφησε την Racoon City ολοκληρωτικά στις στάχτες. Κατά την διάρκεια του παιχνιδιού ακολουθούμε δύο διαφορετικούς πρωταγωνιστές καθώς αυτοί ερευνούν μια σειρά από φρικιαστικές δολοφονίες στην αμερικανική ενδοχώρα. H βασική πρωταγωνίστρια είναι η Grace Ashcroft, μια ταλαντούχα, εσωστρεφής πράκτορας του FBI, αναπόδραστα στιγματισμένη από την τραυματική εμπειρία της απώλειας της μητέρας της, Alyssa. Η έρευνά της Grace την οδηγεί στο εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο Wrenwood, στο ίδιο σημείο δηλαδή όπου είδε την μητέρα της να δολοφονείται άγρια από έναν μυστηριώδη κουκουλοφόρο οκτώ χρόνια νωρίτερα. Αυτή η προσωπική σύνδεση προσδίδει μια αίσθηση μοιραίου στην αποστολή της και τα πράγματα αρχίζουν και περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν διαπιστώνει πως όλα τα θύματα (συμπεριλαμβανομένης και της Alyssa) ήταν επιζώντες της καταστροφής της Racoon City.

Στον αντίποδα βρίσκεται ο Leon Kennedy, αγαπημένος ήρωας της σειράς που επιστρέφει σαν έμπειρος, μεσήλικας πράκτορας πεδίου της DSO, μιας αντιτρομοκρατικής ομάδας με εξειδίκευση στα βιοχημικά όπλα. Η αποστολή του Leon είναι ο εντοπισμός του Victor Gideon, του μυστηριώδη επιστήμονα με δεσμούς με την αρχική Umbrella Corporation. Όπως διαφαίνεται, οι δρόμοι της Grace και του Leon είναι προορισμένοι να διασταυρωθούν, αποκαλύπτοντας μια νέα συνωμοσία βιολογικών τερατουργημάτων.

Παρότι έχουν περάσει δεκαετίες και κουβαλά αμέτρητα τραύματα, ο Leon παραμένει ο απόλυτος badass και η χαρακτηριστική ανάποδη κλωτσιά φυσικά δεν θα μπορούσε να απουσιάζει. Με την Grace έχουν χημεία και δημιουργούν ένα ενδιαφέρον δίπολο: όταν αυτή κρύβεται π.χ. από ένα μεταλλαγμένο πλάσμα, ο Leon εισβάλλει έτοιμος για δράση τη στιγμή που εξελίσσεται το χάος.

Η Capcom έχει εξελίξει αρκετά το σύστημα μάχης του Resident Evil 4 Remake, κάνοντας το σύστημα parry θεμελιώδες κομμάτι του ρεπερτορίου του Leon, ενώ κάθε γροθιά, κλωτσιά και σφαίρα έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο. Αυτήν την φορά κραδαίνει μέχρι και ένα τσεκούρι τόμαχωκ! Η οθόνη αποθέματος του Leon είναι φτιαγμένη για καθαρόαιμη δράση, ενώ της Grace επικεντρώνεται στη διαχείριση αντικειμένων που έκανε τα πρώτα Resident Evil τόσο αγχωτικά. Ο ρυθμός της καμπάνιας είναι τόσο σωστά δομημένος πάντως που κάθε αλλαγή οπτικής ήταν καλοδεχούμενη.

Αυτό φυσικά αφήνει και ένα αίσθημα ανεκμετάλλευτης δυναμικής αφού τo campaign δεν είναι αρκετά μεγάλο ώστε να δίνεται η εντύπωση πως επενδύεις χρόνο στο να τελειοποιήσεις και να αναβαθμίσεις κάθε χαρακτήρα. Η Grace μπορεί να συλλέγει μολυσμένο αίμα για να δημιουργεί αντικείμενα, όπως ενέσεις που αυξάνουν τη μέγιστη υγεία και βελτιώνουν την ικανότητά της στα όπλα, αλλά ακόμα και όταν γίνεται αυτό, το παιχνίδι απροσδόκητα μεταπηδά στον Leon.

Ο Leon έχει δικό του σύστημα αναβαθμίσεων με πόντους, όμως σε σύγκριση με τον έμπορο του Resident Evil 4 είναι υπερβολικά απλοποιημένο. Δεν αφιερώνεται αρκετός χρόνος σε κάθε χαρακτήρα μέσα στην αφήγηση ώστε αυτά τα συστήματα να αξίζουν ουσιαστική επένδυση, και μόνο σε επαναλαμβανόμενα playthroughs ζωντανεύουν πραγματικά οι λεπτομέρειές τους. Αυτή η άνιση ροή επεκτείνεται και στον χρόνο του Leon στη Raccoon City. Μετά από τόσα χρόνια αναμονής, πολλοί ίσως ήλπιζαν σε μια πιο ανοιχτή εξερεύνηση της εμβληματικής πόλης. Αντί γι’ αυτό, έχουμε μερικές μεμονωμένες περιοχές πριν το φινάλε. Χαμένη ευκαιρία, αν σκεφτεί κανείς πόσο περιμέναμε να επιστρέψουμε «σπίτι».

Παρότι μπορεί να απογοητεύσει όσους είχαν υψηλές προσδοκίες για την επιστροφή του Leon στη Raccoon City, θα ήταν ψέμα να πει κανείς ότι δεν είναι διασκεδαστικό να διασχίζεις τους κατεστραμμένους δρόμους πολεμώντας νεκροζώντανους μουμιοποιημένους από την πυρηνική καταστροφή. Το gunplay είναι εξαιρετικά ικανοποιητικό και η εξερεύνηση αρκετά ανοιχτή ώστε οι μεγαλύτεροι γρίφοι να μοιάζουν με μικρές αυτόνομες περιπέτειες — έστω και αν η πολυκαιρισμένη φόρμουλα «βρες τρία αντικείμενα για να ξεκλειδώσεις μια πόρτα» επαναλαμβάνεται συστηματικά.

Στο τέλος, το Resident Evil Requiem μοιάζει να σηματοδοτεί το κλείσιμο μιας εποχής που ξεκίνησε με το Resident Evil 7. Έχει φτάσει σε σημείο όπου ο αγχωτικός τρόμος και η υπερβολική εκρηκτική δράση μπορούν να συνυπάρχουν αρμονικά αντί να αλληλοεξουδετερώνονται. Ο Leon Kennedy και η Grace Ashcroft εκτελούν έναν λεπτό χορό όπου τα βήματά τους λειτουργούν σε σχετική αρμονία, παρά κάποια μικρά στραβοπατήματα.

H Capcom έχει ακόμα μερικούς άσσους στο μανίκι της και παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον το πως θα κινηθεί στο επόμενο παιχνίδι της σειράς. Μέχρι τότε, το Requiem είναι η καλύτερη επιλογή για πολλαπλά playthroughs.
Ανάπτυξη: Capcom Έκδοση: Capcom Διάθεση: CD Media
To Resident Evil: Requiem είναι βέβαιο ότι πρόκειται για ένα game που θα αγαπήσουν οι fans της εμβληματικής σειράς, καθώς προσφέρει αδιανότητα επικά σκηνικά και horror που κόβει την ανάσα, με το καλύτερο replayability ever!
The Good
- Η ανανεωμένη RE Engine είναι χάρμα οφθαλμών και τρέχει στα 60 καρέ απροβλημάτιστα
- Ανατριχιαστικός ήχος
- Gameplay που ισορροπεί σε σωστές δόσεις ανάμεσα σε εξερεύνηση και δράση
The Bad
- Η συχνή εναλλαγή των χαρακτήρων δεν βοηθά αφηγηματικά
- Παρόμοια δομή με τα 7 και Village
- Τα boss fights είναι αδιάφορα.
-
ΓΡΑΦΙΚΑ
-
ΗΧΟΣ
-
GAMEPLAY
-
ΑΝΤΟΧΗ
