Το Resonance: A Plague Tale Legacy δεν επιστρέφει απλώς για να συνεχίσει έναν επιτυχημένο κόσμο που αγαπήθηκε από την gaming community και ουσιαστικά δημιούργησε ένα νέο σύμπαν. Η Asobo Studio παίρνει το γνώριμο DNA της σειράς, αφήνει πίσω την Amicia και τον Hugo και δίνει στην «captain» Sophia τον πρωταγωνιστικό ρόλο, επιχειρώντας μια σοβαρή αλλαγή κατεύθυνσης, που προσθέτει ωστόσο ένα νέο τολμηρό κεφάλαιο στη δημοφιλή σειρά.
Με φόντο την αρχαιοελληνική μυθολογία και τον θρύλο του Θησέα και του Μινώταυρου, το Resonance συνδέει την Prima Macula με ένα νέο, μυστηριώδες κεφάλαιο της ιστορίας, ενώ παράλληλα μετατρέπει το gameplay σε μια σαφώς πιο επιθετική action εμπειρία. Μάχες με melee weapons, δυνατότητες για parry και Critical Strikes, εξελιγμένα puzzles και εντυπωσιακά chase sequences συνθέτουν ένα διαφορετικό A Plague Tale, χωρίς ωστόσο να χάνονται η ένταση, η ατμόσφαιρα και το συναίσθημα που αποτέλεσαν τα σήματα κατατεθέντα της σειράς. Το μεγάλο ερώτημα είναι ένα: μπορεί το Resonance να σταθεί στο ύψος των προκατόχων του χωρίς την Amicia και τον Hugo; Η απάντηση όπως θα δούμε παρακάτω είναι πιο ξεκάθαρη απ’ όσο περιμέναμε…

Μια διαφορετική ιστορία, αλλά με την ίδια ψυχή!
Η μεγαλύτερη πρόκληση ενός prequel είναι να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Το Resonance τα καταφέρνει, καθώς δεν χρησιμοποιεί απλώς το παρελθόν ως αφορμή για να επιστρέψουμε σε έναν γνώριμο κόσμο. Αντίθετα, προσθέτει νέες πληροφορίες στην ιστορία της Prima Macula και συνδέει τη μυθολογία της σειράς με μία από τις πιο γνωστές ιστορίες της αρχαίας Ελλάδας: τον Θησέα και τον Μινώταυρο. Όπως προαναφέραμε, η Sophia βρίσκεται στο επίκεντρο. Ως παιδί, μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον γεμάτο φόβο, θρησκευτικές πιέσεις και μυστηριώδη οράματα. Οι εφιάλτες της την οδηγούν σε ένα μυστηριώδες νησί, το οποίο συνδέεται με τον Μινωικό πολιτισμό, τον Μινώταυρο και, τελικά, με την Prima Macula.
Παράλληλα, η Sophia μπορεί να «βλέπει» το παρελθόν και να συνδέεται με γεγονότα που συνέβησαν αιώνες νωρίτερα. Έτσι, το παιχνίδι δημιουργεί δύο χρονικά επίπεδα, τα οποία δεν λειτουργούν απλώς ως ένα αφηγηματικό τέχνασμα, καθώς σταδιακά οι δύο ιστορίες αρχίζουν να συγκλίνουν και να αποκτούν κοινό νόημα. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα ατού του Resonance, καθώς η αρχαιοελληνική μυθολογία δεν έχει τοποθετηθεί απλώς ως διακοσμητικό στοιχείο. Ενσωματώνεται οργανικά στην ιστορία του A Plague Tale και δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα νέα διάσταση για την προέλευση και τη φύση της κατάρας Prima Macula.

Όλο το game φυσικά έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία και για εμάς, καθώς διαθέτει έντονο αρχαιοελληνικό χρώμα, τόσο από πλευράς setting, όσο και στο κομμάτι της μουσικής. Φυσικά, ο κόσμος του παιχνιδιού είναι προϊόν μυθοπλασίας, με ορισμένα ψήγματα ιστορίας, με το story να ξεχωρίζει για τους καλογραμμένους χαρακτήρες. Μια από τις «σοφότερες» κινήσεις που έκανε η Asobo είναι ότι δεν προσπάθησε να μετατρέψει τη Sophia σε «νέα Amicia». Η ηρωίδα έχει διαφορετική προσωπικότητα, διαφορετικό παρελθόν (και κυρίως) διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης του κινδύνου. Ενώ η Amicia και ο Hugo βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό στο stealth, την αποφυγή και την επιβίωση, η Sophia είναι πολύ πιο «περιπετειώδης». Δεν διστάζει να κοιτάξει τον κίνδυνο κατάματα και να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, καθώς έχει μεγαλώσει μέσα σε έναν κόσμο όπου η αποφασιστικότητα και η ικανότητα να αντιμετωπίζεις τους αντιπάλους σου αποτελούν απαραίτητα προσόντα και «όπλο επιβίωσης».
Αυτό επιτρέπει στην αφήγηση να κινηθεί σε διαφορετικό μονοπάτι. Η Sophia κουβαλά τους δικούς της φόβους, τραύματα και ενοχές και, όσο προχωρά η ιστορία, βλέπουμε σταδιακά πώς αυτά επηρεάζουν τις αποφάσεις της. Η εξαιρετική ερμηνεία της Anna Demetriou βοηθά σημαντικά σε αυτό, καθώς η Sophia δεν παρουσιάζεται ως ένας μονοδιάστατος action χαρακτήρας. Συγκεκριμένα, υπάρχουν στιγμές όπου εμφανίζεται δυναμική και αποφασιστική, αλλά και άλλες όπου η αβεβαιότητα και το βάρος του παρελθόντος που φέρει μέσα της γίνονται εμφανή.

Combat: Το A Plague Tale γίνεται… πιο επιθετικό!
Τα Plague Tale έδιναν μεγάλη βαρύτητα στους μηχανισμούς stealth, οι οποίοι ανέκαθεν αποτελούσαν το core gameplay. Το Resonance όμως είναι άλλου… «παππά ευαγγέλιο». Ειδικότερα, η Sophia δεν είναι υποχρεωμένη να κρύβεται κάθε φορά που εμφανίζεται ένας εχθρός. Το Resonance προσφέρει ένα αρκετά πιο εξελιγμένο σύστημα melee combat, με swords και daggers, στοχευμένες επιθέσεις, dodge, block και parry. Μάλιστα, το parry είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς εάν διαβάσεις σωστά την επίθεση του αντιπάλου και αντιδράσεις την κατάλληλη στιγμή, μπορείς στη συνέχεια να τον ζαλίσεις και να δημιουργήσεις το «άνοιγμα» και το περιθώριο που χρειάζεσαι για ένα δυνατό Critical Strike. Η μάχη επομένως δεν περιορίζεται σε απλό και συνήθως «brainless» button mashing, καθώς απαιτεί παρατήρηση και σωστό timing, ιδιαίτερα όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με πολλούς εχθρούς.

Μάλιστα, αυτό που διαπιστώσαμε είναι ότι η επιθετικότητα ανταμείβεται. Η υγεία αναπληρώνεται μέσα από επιτυχημένα kills, γεγονός που σε ενθαρρύνει να συνεχίσεις την επίθεση αντί να απομακρύνεσαι συνεχώς από τη μάχη. Σε γενικές γραμμές, το σύστημα μάχης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επαναστατικό. Είναι όμως εξαιρετικά καλοδουλεμένο και, κυρίως, responsive (που αποτελεί άλλωστε και το ζητούμενο). Ειδικότερα, οι κινήσεις της Sophia έχουν την αμεσότητα που χρειάζεται ένα action παιχνίδι και οι μάχες έχουν έναν πολύ διαφορετικό ρυθμό από αυτό των προηγούμενων τίτλων, όπου η δράση ήταν περισσότερο «αργή». Μάλιστα, όταν το difficulty level αυξηθεί, τότε και το combat γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό. Εκεί οι αντίπαλοι γίνονται πιο επιθετικοί, οι επιθέσεις απαιτούν καλύτερο timing και τα boss fights αποκτούν μεγαλύτερη ένταση.

Puzzles και εξερεύνηση με περισσότερο βάθος
Βέβαια δεν είναι τα πάντα.. φρενήρη δράση, καθώς η άλλη μεγάλη συνιστώσα του Resonance είναι φυσικά τα puzzles. Η Asobo παίρνει την παραδοσιακή σχέση της σειράς με το φως και την εξελίσσει. Κεντρικό ρόλο έχει η Minoan Sphere, ένα εργαλείο που επιτρέπει στη Sophia να χειρίζεται και να ανακατευθύνει τις πηγές του φωτός. Το Plot Twist λοιπόν είναι ότι στο Resonance το φως δεν αποτελεί πλέον μόνο μηχανισμό επιβίωσης, αλλά γίνεται βασικό εργαλείο επίλυσης γρίφων. Τα puzzles λειτουργούν καλύτερα όταν απαιτούν από τον παίκτη να παρατηρήσει πραγματικά τον χώρο. Καθρέφτες, πηγές φωτός, μηχανισμοί και environmental στοιχεία συνδυάζονται και σταδιακά δημιουργούν πιο σύνθετες προκλήσεις.

Θετικό είναι επίσης ότι το παιχνίδι δεν σε «πνίγει» με κουραστικά tutorials. Οι μηχανισμοί του gameplay παρουσιάζονται σταδιακά και ομαλά, ενώ τα περιβαλλοντικά clues γίνονται πιο εμφανή όσο προχωράς. Υπάρχει ακόμη και η δυνατότητα να περιορίσεις τα hints, αν θέλεις να λύσεις τα puzzles χωρίς βοήθεια. Ωστόσο, εδώ εμφανίζεται και μία από τις αδυναμίες του παιχνιδιού, καθώς ορισμένοι γρίφοι είναι αρκετά απλοί, ενώ άλλοι βασίζονται περισσότερο από όσο θα θέλαμε στο notebook της Sophia. Σε συγκεκριμένες στιγμές αυτό είναι ένα στοιχείο που ενδέχεται να διακόψει τον ρυθμό της περιπέτειας. Η εξερεύνηση, πάντως, λειτουργεί πολύ καλά ως συμπλήρωμα. Στη διάρκεια του παιχνιδιού θα κληθείτε να ανακαλύψετε κρυφά μονοπάτια, treasure chests, αρχαίους τάφους, όπλα, charms και collectibles, τα οποία δίνουν κίνητρο στον παίκτη να κοιτάξει λίγο πιο προσεκτικά τον κόσμο γύρω του.

Ένα στοιχείο που διαπιστώσαμε και μας άρεσε ιδιαίτερα είναι ότι το Resonance ξέρει πολύ καλά πότε να αλλάζει ρυθμό, καθώς ανάμεσα στις μάχες και τα puzzles μπαίνουν σφήνα, ορισμένα από τα πιο αγχωτικά chase sequences της σειράς. Χωρίς να μπούμε σε spoilers, υπάρχει μια υπερφυσική οντότητα που κυνηγά τη Sophia σε συγκεκριμένα σημεία. Η λογική αυτών των sequences βασίζεται στην κίνηση, το stealth και την καλύτερη αξιοποίηση του περιβάλλοντος. Το ενδιαφέρον είναι ότι το παιχνίδι δεν χρησιμοποιεί απλώς τον συγκεκριμένο εχθρό ως ένα ακόμη boss, καθώς η παρουσία του συνδέεται με τους φόβους και τα οράματα της Sophia και σταδιακά αποκτά μεγαλύτερη αφηγηματική σημασία. Κάποια από αυτά τα sequences είναι πραγματικά εξαιρετικά και δημιουργούν ένταση, χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγουν σε φθηνά jump scares.

What a wonderful world!
Αδιαμφισβήτητα, ένα από τα στοιχεία που ανέκαθεν χαρακτήρισε τα Plague Tale ήταν το πόσο άρτιος ήταν ο τεχνικός τομέας και το ευχάριστο είναι ότι το Resonance δεν αποτελεί εξαίρεση. Η Asobo έχει δημιουργήσει δύο διαφορετικούς κόσμους και καταφέρνει να τους κάνει να μοιάζουν ξεχωριστοί αλλά ταυτόχρονα συνδεδεμένοι. Οι αρχαιοελληνικές περιοχές είναι εντυπωσιακές, με μεγάλες εκτάσεις, εντυπωσιακά τοπία και λεπτομέρεια που δικαιολογεί αρκετές στιγμές όπου απλώς θέλεις να σταματήσεις και να κοιτάξεις γύρω σου.Το παιχνίδι δείχνει πραγματικά εντυπωσιακό σε 4K OLED, με την καλλιτεχνική διεύθυνση να αποτελεί ένα από τα δυνατά του χαρτιά. Εξίσου σημαντικό είναι ότι η καλή εικόνα δεν συνοδεύεται από προβληματικό performance.

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να κάνουμε και στο soundtrack του Olivier Deriviere. Ο συνθέτης είχε ήδη αφήσει το αποτύπωμά του στα προηγούμενα παιχνίδια, όμως εδώ η μουσική αποκτά μια διαφορετική ταυτότητα. Οι ελληνικές και κυπριακές επιρροές, τα φωνητικά και τα ιδιαίτερα όργανα δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που ταιριάζει απόλυτα στον κόσμο του παιχνιδιού. Το soundtrack ξέρει πότε να γίνει επικό, πότε απειλητικό και πότε σχεδόν απόλυτα ήσυχο. Σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργεί σαν προέκταση της ψυχολογίας της Sophia και όχι απλώς σαν μουσική υπόκρουση που απλώς συνοδεύει τα όσα συμβαίνουν επί της οθόνης.

Είναι το καλύτερο A Plague Tale;
Το Resonance σαφώς και δεν είναι τέλειο, καθώς υπάρχουν στιγμές όπου το pacing πέφτει, ορισμένα puzzles είναι περισσότερο απλά από όσο θα θέλαμε και υπάρχουν μερικές αφηγηματικές ευκολίες – κυρίως σχετικά με την παρουσία εχθρών σε περιοχές που υποτίθεται ότι ήταν απομονωμένες για αιώνες. Παρόλα αυτά, οι αδυναμίες αυτές δεν καταφέρνουν να επισκιάσουν τα σημαντικά του πλεονεκτήματα και τη συνολική εμπειρία παιχνιδιού που προσφέρει ο τίτλος της Asobo. Η Sophia είναι μια εξαιρετική πρωταγωνίστρια (και μια καλή εναλλακτική στην Amicia και στον Hugo). Το combat είναι σαφώς πιο ώριμο και απολαυστικό, τα puzzles αξιοποιούν δημιουργικά το φως, η εξερεύνηση έχει περισσότερο νόημα και η παρουσία της αρχαιοελληνικής μυθολογίας αδιαμφισβήτητα προσφέρει στην ιστορία μια φρέσκια διάσταση. Κυρίως, όμως, το Resonance αποδεικνύει ότι το A Plague Tale μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς να χρειάζεται να επαναφέρει διαρκώς τους ίδιους χαρακτήρες και τις ίδιες ιδέες (κάτι το οποίο στο πέρασμα του χρόνου καταλήγει να είναι βαρετό).

Εν κατακλείδι, το Resonance δεν αποτελεί απλώς ένα spin-off. Είναι μια πλήρης περιπέτεια που στέκεται στα πόδια της και δείχνει ότι η Asobo έχει πλέον βρει τον τρόπο να συνδυάζει κινηματογραφική αφήγηση, action gameplay, puzzles και ατμόσφαιρα σε ένα ιδιαίτερα δεμένο σύνολο. Για τους fans της σειράς είναι σχεδόν απαραίτητη εμπειρία και «must-have». Για όσους πάλι δεν έχουν ασχοληθεί με τα προηγούμενα παιχνίδια, αναμφίβολα αποτελεί μια πολύ καλή αφορμή για να γνωρίσουν έναν από τους πιο ιδιαίτερους κόσμους του σύγχρονου gaming.
Ανάπτυξη: Asobo Έκδοση: Focus Entertainment Διάθεση: AVE
Το A Plague Tale: Resonance είναι ένα εξαιρετικό prequel και, ταυτόχρονα, ένα παιχνίδι που δείχνει ότι η σειρά μπορεί να εξελιχθεί χωρίς να χάσει την ταυτότητά της. Η δυνατή ιστορία, η Sophia, το ανανεωμένο combat, τα έξυπνα puzzles, η εντυπωσιακή παρουσίαση και το εξαιρετικό soundtrack συνθέτουν μία από τις πιο ολοκληρωμένες εμπειρίες της σειράς
The Good
- Εξαιρετικά καλογραμμένη και συναισθηματική ιστορία
- Πολύ καλό και responsive melee combat
- Πανέμορφα περιβάλλοντα και υψηλού επιπέδου παρουσίαση
- Έξυπνα environmental puzzles με αξιοποίηση του φωτός
The Bad
- Υπάρχουν σημεία όπου το pacing πέφτει
- Κάποια puzzles είναι υπερβολικά απλοϊκά
- Ορισμένα rope/climbing mechanics είναι αρκετά στατικά
-
ΓΡΑΦΙΚΑ
-
ΗΧΟΣ
-
GAMEPLAY
-
ΑΝΤΟΧΗ
